αγόρι /aˈɣoɾi/ Noun

English
boy
한국어
소년

Example

  • Το μικρό αγόρι έτρεξε γρήγορα στο χωράφι.
  • The little boy ran across the field.
  • Το 'μικρό αγόρι' τονίζει την αθωότητα και τη μικρή ηλικία.