Αίτηση /aˈi tisi/ Noun

English
application
한국어
지원서 / 애플리케이션

Example

  • Η [αίτηση] της για τη θέση ήταν άψογη.
  • She submitted her job application yesterday.
  • Εδώ εννοούμε την υποβολή χαρτιών για πρόσληψη.