ακρίβεια /akriˈβi.a/ NounEnglishprecision한국어정밀함ExampleΗ γραφή της είχε φαντασία, μα της έλειπε η [ακρίβεια] — σαν να έλειπε το φίλτρο στο Instagram.Her writing is imaginative but lacks precision.Εδώ η ακρίβεια αφορά τη γλωσσική επιλογή.