άλμπουμ /alˈbum/ NounEnglishalbum한국어앨범ExampleΚρατάει τις φωτογραφίες του γάμου της σε δερμάτινο [άλμπουμ].She keeps her wedding photos in a leather album.Το 'λεύκωμα' είναι πιο κλασικό για φωτογραφίες, το 'άλμπουμ' είναι πιο μοντέρνο.