Αλλαγή /aˈlaʝi/ Noun

English
change
한국어
변화

Example

  • Ελπίζουμε σε μια αλλαγή του καιρού.
  • We're hoping for a change in the weather.
  • Η 'αλλαγή' χρησιμοποιείται ευρέως για φυσικά φαινόμενα.