Αλλιώς / Άλλο /aˈliːs/ Adverb

English
else
한국어
다른 (dareun) / 그렇지 않으면 (geureochi aneumyeon)

Example

  • Τι άλλο είδατε στο μουσείο; (Τι άλλο / τι διαφορετικό / τι επιπλέον)
  • What else did you see at the museum?
  • Το 'άλλο' είναι η πιο άμεση και συχνή αντικατάσταση.