αλουμίνιο /alumiˈnio/ Noun

English
aluminium
한국어
알루미늄

Example

  • Τα κουφώματα είναι φτιαγμένα από [αλουμίνιο].
  • The window frames are made of aluminium.
  • Το 'αλουμίνιο' είναι η πιο κοινή, καθημερινή λέξη.