Εκπληκτικός /e.kpli.ktiˈkos/ Επίθετο

English
amazing
한국어
놀랍다

Example

  • Η θέα από την κορυφή του βουνού ήταν πραγματικά εκπληκτική.
  • The view from the mountain top was truly amazing.
  • Στην Ελλάδα, η θέα συχνά συνδέεται με την ηρεμία της φύσης.