Αμέσως / Άμεσος /aˈmesos/ Adjective
- English
- immediate
- 한국어
- 즉각적인
Example
- Η αγωγή παρείχε **άμεση** ανακούφιση από τον πόνο. [ακαριαία / πρόχειρη / ταχεία] — της: The medicine provided immediate relief from the pain.
- The medicine provided immediate relief from the pain.
- Το 'άμεση' εδώ τονίζει την ταχύτητα της δράσης.