Αμφιλεγόμενος /amfi.leˈʝe.me.nos/ ΕπίθετοEnglishcontroversial한국어논란의 여지가 있는ExampleΗ αμφιλεγόμενη απόφαση οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις.The controversial decision led to widespread protests.Εδώ τονίζεται η ένταση της αντίδρασης.