Αμφιβολία /amfiˈvolia/ NounEnglishdoubt한국어의심ExampleΜια αίσθηση [αμφιβολία] (αβεβαιότητα / δισταγμός) παρέμενε.A feeling of doubt and uncertainty lingered.Το «παρέμενε» δίνει μια ζεστή, αφηγηματική χροιά.