αμοιβή /fiː/ NounEnglishfee한국어수수료ExampleΗ δικηγορική αμοιβή ήταν λογική. (Αμοιβή / Μισθός / Τιμή)The lawyer's fee was reasonable.Εδώ τονίζεται η ανταμοιβή για την επαγγελματική εργασία.