αναδύομαι /anaˈðu.o.me/ Verb

English
emerge
한국어
드러나다

Example

  • Η αλήθεια τελικά **αναδύθηκε** (αναδύομαι/προέκυψε/φάνηκε) μετά από χρόνια σιωπής.
  • The truth finally emerged after years of silence.
  • Το 'αναδύομαι' έχει μια σχεδόν φυσική, αργή κίνηση προς την επιφάνεια.