αναφέρω /anaˈfero/ VerbEnglishmention한국어언급하다ExampleΜήπως ανέφερε η Μαρία το νέο πρότζεκτ; (Αναφέρω / Είπε / Ψέλλισε)Did she mention the new project?Το «αναφέρω» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.