αναγκαστικά /nɛsɛˈsɛrəli/ AdverbEnglishnecessarily한국어반드시ExampleΟ αριθμός των διαθέσιμων θέσεων είναι **αναγκαστικά** περιορισμένος.The number of places available is necessarily limited.Εδώ τονίζεται η έλλειψη επιλογής.