Αναγνώριση /anaɣnórisi/ Noun
- English
- recognition
- 한국어
- 인정 (Recognition)
Example
- Δεν υπήρχε καμία ένδειξη **αναγνώρισης** στα μάτια του. [Επίγνωση / Επαλήθευση / Εντοπισμός]
- There was no sign of recognition in his eyes.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη επαφής ή γνώσης του προσώπου.