αναλύω/αναλύσω αναλύω/αναλύσω Verb
- English
- analyse
- 한국어
- 분석하다
Example
- Η ομάδα θα [αναλύσει] (εξετάσει / διερευνήσει / ζυγίσει) τα αποτελέσματα της έρευνας.
- The team will analyse the survey results.
- Το μέλλον (θα αναλύσει) είναι η πιο συχνή χρήση σε επαγγελματικά πλαίσια.