Εκπροσώπηση /ekprosó̱pisi/ Noun
- English
- representation
- 한국어
- 대표성
Example
- Η αρνητική **αναπαράσταση** των εργαζομένων εξ αποστάσεως στην τηλεόραση είναι ένα μεγάλο ζήτημα.
- The negative representation of single mothers in the media is a major concern.
- Εδώ τονίζεται η εικόνα που προβάλλεται στα ΜΜΕ.