αναβάλλω /anavállo/ Verb

English
postpone
한국어
미루다

Example

  • Ο αγώνας ήδη [αναβλήθηκε] (αναβάλλω/αναβλήθηκε/αναβλήθηκε) τρεις φορές.
  • The game has already been postponed three times.
  • Το 'αναβλήθηκε' είναι ο Αόριστος, η πιο συχνή χρήση για ολοκληρωμένη πράξη.