αναβαθμίζω /anavathˈmizo/ Verb
- English
- elevate
- 한국어
- 격상시키다
Example
- Η διοίκηση αποφάσισε να **αναβαθμίσει** (ανυψώσω / προάγει / αναδείξει) την σε θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου Τεχνολογίας.
- The board decided to elevate her to the position of Chief Technology Officer.
- Το 'αναβαθμίζω' είναι το πιο σύγχρονο και ταιριαστό για επαγγελματικές θέσεις.