χαλαρό /xaˈlaɾo/ Adjective

English
informal
한국어
격식 없는

Example

  • Το πάρτι είχε μια ανεπίσημη ατμόσφαιρα. (ανεπίσημη / πρόχειρη / χαλαρή)
  • The party had an informal atmosphere.
  • Η 'ανεπίσημη' είναι η πιο άμεση μετάφραση για κοινωνικές περιστάσεις.