άγγελος /ˈaɲɟelos/ Noun

English
angel
한국어
천사

Example

  • Η χορωδία έψαλε για μια στρατιά αγγέλων. (Ο ποιητικός λόγος για 'άγγελος' / 'πνεύμα' / 'ουράνιο ον')
  • The choir sang about a host of angels.
  • Εδώ τονίζεται η μυστηριακή, θρησκευτική διάσταση.