γκουερίγια /ɡeɾiˈʎa/ NounEnglishguerrilla한국어게릴라ExampleΟι αστικοί {αντάρτες} δρούσαν από κρυμμένα υπόγεια.The urban guerrillas operated from hidden basements.Εδώ το 'αντάρτης' καλύπτει τέλεια την έννοια του 'guerrilla fighter'.