Αντιμετωπίζω /antimetoˈpiːzo/ Verb
- English
- confront
- 한국어
- 직면하다
Example
- Τι πρέπει να κάνουμε για τα οικονομικά προβλήματα που **αντιμετωπίζει** η χώρα; (Αντιμετωπίζω / Αντιπαρατίθεμαι / Δέχομαι)
- What is to be done about the economic problems confronting the country?
- Εδώ το 'αντιμετωπίζω' είναι η πιο φυσική επιλογή για ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα.