αντιπροσωπευτικός /antiprosopeftikós/ Adjective
- English
- representative
- 한국어
- 대표적인
Example
- Το μέγεθος του δείγματος είναι **αντιπροσωπευτικό** του συνόλου.
- The sample size is representative of the population.
- Εδώ τονίζουμε την ακρίβεια της αντιστοίχισης.