αντίθετος /anˈdiθeto/ Adjective

English
opposite
한국어
반대인

Example

  • Η άποψή του είναι [αντίθετη] με τη δική μου. (Η αντίθετη γνώμη / Η αντίθετη θέση)
  • His opinion is opposite to mine.
  • Στην τεχνολογία, το 'αντίθετος' είναι η λέξη-κλειδί για τα 'contrasting colors'.