απαίσιος /apaˈsços/ AdjectiveEnglishterrible한국어형편없다ExampleΤο φαγητό στην καντίνα ήταν [άσχημος] (άσχημο/φρικτό/απαίσιο) — σαν να το έφτιαξε ο Χάος.The food at the cafeteria was terrible.Η χρήση του 'άσχημος' εδώ είναι καθημερινή και άμεση.