Απασχόληση /apaˈsχolisi/ NounEnglishemployment한국어취업ExampleΤο γραφείο βοηθά τους ανθρώπους να βρουν [Απασχόληση].The agency helps people find employment.Εδώ εννοούμε την εύρεση θέσης εργασίας.