Απαθής /apaˈθis/ Adjective

English
apathetic
한국어
무관심한

Example

  • Οι νέοι ψηφοφόροι έμειναν **απαθείς** για τις επικείμενες εκλογές και την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους.
  • The students were apathetic about the upcoming elections and voter registration.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη εσωτερικής κινητοποίησης.