απίθανο /aˈpiθaːno/ AdjectiveEnglishunlikely한국어가능성이 낮은ExampleΤο εγχείρημα φάνηκε [απίθανο] να πετύχει.The project seemed unlikely to succeed.Εδώ τονίζεται η δυσκολία της επιτυχίας.