Φιλαργυρία /filaɾɟiˈria/ Noun

English
avarice
한국어
탐욕

Example

  • Η [Απληστία] τον οδήγησε να πάρει ανήθικες επιχειρηματικές αποφάσεις.
  • His avarice led him to make unethical business decisions.
  • Εδώ η απληστία είναι η κινητήρια δύναμη της κακής ηθικής.