λιτός /liˈtos/ AdjectiveEnglishplain한국어수수하다ExampleΦόρεσε ένα **απλό** μαύρο φόρεμα στην τελετή.She wore a plain black dress to the ceremony.Το 'απλός' εδώ υποδηλώνει έλλειψη φανταχτερών στοιχείων.