Αποδέσμευση /riˈliːs/ Noun

English
release
한국어
출시 (제품) / 해방 (감정)

Example

  • Η κυβέρνηση εξασφάλισε την **αποδέσμευση** των ομήρων.
  • The government secured the release of the hostages.
  • Εδώ το 'αποδέσμευση' είναι το πιο επίσημο και ταιριαστό.