αποτελεσματικά /a.po.te.les.ma.tiˈka/ Adverb

English
efficiently
한국어
효율적으로

Example

  • Η κουζίνα είναι οργανωμένη **αποδοτικά** για να γλιτώσει χρόνο στους σεφ. (Οργανωμένη με τον καλύτερο τρόπο)
  • The kitchen is organized efficiently to save the chefs time.
  • Τονίζει την εξοικονόμηση πόρων (χρόνου/κόπου).