Απόφαση /aˈfasi/ Noun

English
decision
한국어
결정

Example

  • Νομίζω πως πήρα τη σωστή [απόφαση].
  • I think I've made the right decision.
  • Η πιο συχνή έκφραση είναι 'παίρνω απόφαση'.