Αποφασιστικός /afasistikos/ AdjectiveEnglishdecisive한국어결단력 있는ExampleΗ νέα απόδειξη ήταν ο [αποφασιστικός] παράγοντας στη δίκη.The new evidence was a decisive factor in the trial.Εδώ τονίζει την κρίσιμη επίδραση.