αποκτώ /apokˈto/ Verb

English
obtain
한국어
얻다

Example

  • Η εταιρεία ελπίζει να [αποκτήσει] (εξασφαλίσει / κερδίσει / λάβει) άδεια λειτουργίας στη νέα αγορά.
  • The company hopes to obtain a license to operate in the new market.
  • Το 'αποκτήσω' είναι το κλειδί για επίσημες άδειες.