άποψη /vjuːpɔɪnt/ Noun

English
viewpoint
한국어
관점

Example

  • Δοκίμασε να δεις τα πράγματα από διαφορετική [άποψη].
  • Try looking at things from a different viewpoint.
  • Η «άποψη» είναι η πιο φυσική επιλογή εδώ.