απορρίπτω /aporˈripto/ Verb

English
reject
한국어
거절하다

Example

  • Το σύστημα θα [απορρίψει] (αποκρούει / απορρίπτει ως αβάσιμο) κάθε κωδικό που είναι πολύ σύντομος.
  • The system will reject any password that is too short.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η τεχνική έννοια, σαν να 'πετάς' κάτι.