εξαντλώ /eɡzanˈtlo/ VerbEnglishdrain한국어고갈되다ExampleΠρέπει να [στραγγίσω] (αποστραγγίζω / αδειάζω / στραγγίζω) τα μακαρόνια καλά.Drain and rinse the pasta.Το 'στραγγίζω' είναι πιο άμεσο και συχνό στην κουζίνα.