αποτέλεσμα /apoteˈlesma/ NounEnglishoutcome한국어결과ExampleΤο **αποτέλεσμα** (κατάληξη / έκβαση / συνέπεια) των εκλογών σόκαρε τους πάντες.The outcome of the election surprised everyone.Το 'αποτέλεσμα' είναι η πιο συχνή και ουδέτερη επιλογή.