αποτρέπω /a.po.ˈtre.po/ VerbEnglishprevent한국어예방하다ExampleΗ τακτική άσκηση βοηθά στην **αποτροπή** καρδιακών παθήσεων.Regular exercise helps prevent heart disease.Εδώ χρησιμοποιείται το ουσιαστικό (αποτροπή) που προέρχεται από το ρήμα.