Απουσία /a.puˈsi.a/ NounEnglishabsence한국어부재(不在)ExampleΗ απόφαση πάρθηκε εν τη απουσία μου. (απουσία / μη-παρουσία / κενό)The decision was made in my absence.Το 'εν τη απουσία μου' είναι κλασική, ελαφρώς επίσημη έκφραση.