πλατφόρμα /plaˈtforma/ Noun

English
platform
한국어
플랫폼

Example

  • Από ποια [αποβάθρα] φεύγει το τρένο για το Λονδίνο;
  • What platform does the train to London depart from?
  • Η 'αποβάθρα' είναι η πιο φυσική επιλογή για σιδηροδρομικό σταθμό.