αποζημίωση /apoziˈmiosi/ Noun

English
compensation
한국어
보상

Example

  • Η αεροπορική εταιρεία προσέφερε [αποζημίωση] για τις χαμένες αποσκευές.
  • The airline offered compensation for the lost luggage.
  • Εδώ η 'αποζημίωση' είναι το άμεσο οικονομικό αντίτιμο.