Αρένα /aˈrena/ Noun

English
arena
한국어
경기장

Example

  • Η μπάντα γέμισε την αρένα σε λίγα λεπτά. (Η μπάντα / πούλησε / γέμισε / την αρένα)
  • The band sold out the arena in minutes.
  • Σημαίνει πλήρης εξάντληση εισιτηρίων.