αρετή /arɛˈti/ NounEnglishvirtue한국어덕(德)ExampleΗ υπομονή είναι μια μεγάλη αρετή (Υπομονή / Ενάρετη ιδιότητα / Ηθικό πλεονέκτημα) — της υπομονής.Patience is a virtue.Το «μεγάλη» τονίζει την αξία της. Κλασική έκφραση.