αριθμός /ˈfɪɡjə/ NounEnglishfigure한국어수치 (수치/인물)ExampleΤα τελευταία οικονομικά **ποσοστά** είναι ενθαρρυντικά.The latest sales figures are encouraging.Εδώ το 'ποσοστό' είναι πιο φυσικό από το 'αριθμός'.