Γύρω /ˈʝi.ɾo/ AdverbEnglisharound한국어쯤 / 주변ExampleΗ συνάντηση θα ξεκινήσει περίπου στις δέκα.The meeting will start around ten o'clock.Στην Ελλάδα, το 'περίπου' συχνά υπονοεί μια μικρή ελαστικότητα στο χρόνο.