αρσενικό /arˈseniko/ Adjective

English
male
한국어
남성

Example

  • Ο [αρσενικός] συνάδελφος είναι κάποιος που εμπιστεύομαι.
  • He is a male colleague I trust.
  • Η χρήση είναι άμεση και ουδέτερη.